Νέα επιστημονική εργασία δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Metabolomics, με αντικείμενο τη διερεύνηση μεταβολικών χαρακτηριστικών στην πρώιμη παιδική ηλικία και τη σχέση τους με τη συναισθηματική και συμπεριφορική ανάπτυξη των παιδιών έως την εφηβεία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της μεταπτυχιακής εργασίας της Ελένης Μπάρμπα στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών “Health Statistics & Data Analytics” της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό την επιστημονική καθοδήγηση του Επίκουρου Καθηγητή Χριστόφορου Παπανδρέου και της ερευνήτριας Μαριάννας Καραχάλιου, σε συνεργασία με ερευνητές από ελληνικά και διεθνή πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα.
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα της ελληνικής προοπτικής μελέτης μητέρας-παιδιού ΡΕΑ (Rhea Mother–Child Cohort), η οποία πραγματοποιείται στην Κρήτη και αποτελεί σημαντική ερευνητική υποδομή για τη μελέτη των παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών.
Στη συγκεκριμένη εργασία αναλύθηκαν δεδομένα 196 παιδιών, με τη χρήση προηγμένων τεχνικών μεταβολομικής σε δείγματα αίματος και ούρων που συλλέχθηκαν στην ηλικία των 6 ετών. Οι ερευνητές διερεύνησαν κατά πόσο συνδυασμοί μικρών μορίων του μεταβολισμού, γνωστών ως μεταβολίτες, σχετίζονται με συναισθηματικές δυσκολίες, όπως συμπτώματα άγχους και εσωστρέφειας, προβλήματα συμπεριφοράς, καθώς και χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ). Η συναισθηματική και συμπεριφορική ανάπτυξη των παιδιών αξιολογήθηκε επανειλημμένα στις ηλικίες των 6, 11 και 15 ετών.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν συγκεκριμένα μεταβολικά προφίλ, τα οποία περιλάμβαναν αμινοξέα, ακυλοκαρνιτίνες, φωσφολιπίδια και μεταβολίτες που σχετίζονται με τη δραστηριότητα του εντερικού μικροβιώματος. Τα προφίλ αυτά συσχετίστηκαν με την παρουσία και την εξέλιξη συναισθηματικών και συμπεριφορικών χαρακτηριστικών κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία. Οι συσχετίσεις ήταν σαφέστερες για τα εσωτερικευμένα και εξωτερικευμένα προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ τα ευρήματα για τα χαρακτηριστικά ΔΕΠΥ ήταν λιγότερο ισχυρά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συνδυαστική ανάλυση μεταβολιτών από αίμα και ούρα παρείχε συμπληρωματικές πληροφορίες για τις βιολογικές διεργασίες που ενδέχεται να σχετίζονται με τη συναισθηματική και συμπεριφορική ανάπτυξη. Παράλληλα, η διαχρονική παρακολούθηση των παιδιών επέτρεψε τη διερεύνηση της σχέσης των μεταβολικών χαρακτηριστικών στην ηλικία των 6 ετών με τη μετέπειτα εξέλιξη των αντίστοιχων συμπτωμάτων.
Η σημασία της μελέτης έγκειται στην ανάδειξη της μεταβολομικής ως ενός ερευνητικού εργαλείου που μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που συνδέονται με τη συναισθηματική και συμπεριφορική υγεία από την παιδική ηλικία. Τα ευρήματα ανοίγουν νέες προοπτικές για την έρευνα σχετικά με την έγκαιρη αναγνώριση παιδιών που ενδέχεται να εμφανίσουν δυσκολίες κατά την ανάπτυξή τους, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνουν ακόμη την κλινική χρήση των μεταβολικών προφίλ ως διαγνωστικών ή προγνωστικών δεικτών.
Η δημοσίευση είναι διαθέσιμη online:
https://doi.org/10.1007/s11306-026-02550-1

